Η γενιά Ζ παρουσιάζει κάποιες εμφανείς διαφορές από τις προηγούμενες γενιές. Αρχικά χαρακτηρίζεται αναμφισβήτητα από μια μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση προς τα κοινωνικά θέματα, δεν διστάζει να πάρει θέση, να διεκδικήσει τα δικαιώματα της και να μιλήσει δυνατά για τη σεξουαλική της ταυτότητα, αλλά και για τυχόν παρενοχλήσεις που έχουν ζήσει σε όλα τα επίπεδα. Δεν θα φοβηθεί να «ανεβάσει» κάτι που συμβαίνει γύρω της. Την απασχολεί πολύ και οργανώνει δυναμικά δράσεις για την κλιματική αλλαγή και παίρνει στα χέρια το μέλλον της πιο ενεργά στον επαγγελματικό τομέα (έχει όρεξη να κάνει τη δική της εργασία, δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για την επιχειρηματικότητα και πραγματοποιεί αγοροπωλησίες από μικρή ηλικία μέσω διάφορων πλατφορμών).
Η τεχνολογία δεν είναι απλά μέρος της ζωής τους, αλλά, όπως μου έχουν εξομολογηθεί νέα παιδιά, μέρος του εαυτού τους. Μέσω αυτής μπορούν να μιλήσουν, να μοιραστούν και να βρουν τα πάντα. Νιώθουν πως έχουν δύναμη μέσω της «φωνής τους», που ακούγεται σε τόσους «ακόλουθους» «followers». Το να είναι διαρκώς συνδεδεμένοι με τους φίλους τους αποτελεί για κάποιους ένα συνεχές αόρατο δίκτυο υποστήριξης. Δεν ξέρουν πως είναι να ζουν χωρίς την τεχνολογία, γιαυτό, το να περάσουν ώρες χωρίς το κινητό τους δημιουργεί ανασφάλεια, αγωνία και αβεβαιότητα.
Αυτή η διαρκής σύνδεση με την τεχνολογία έχει και μια άλλη όψη λιγότερο λαμπερή. Φαίνεται πως πυροδοτεί πολύ άγχος και εσφαλμένες προσδοκίες στην γενιά αυτή, η οποία είναι ευάλωτη ως προς τα πρότυπα που προωθούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ανησυχούν πολύ για την εικόνα τους (την ομορφιά και τη σωματική τους διάπλαση) και αλλάζουν διαρκώς την ταυτότητα τους επηρεασμένοι/ες από αυτές/αυτούς που « ακολουθούν», αλλά και από το αντίκτυπο που έχουν αυτά που οι ίδιοι/ οι ίδιες (τις εικόνες ή τα κείμενα που έχουν ανεβάσει) σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις από τους φίλους και ακόλουθους τους (άρεσα; είχα αρκετά «likes»;) που επηρεάζει με τη σειρά του την αυτοεκτίμηση τους. Η έκφραση των συναισθημάτων κρύφτηκε πίσω από τα emoji, η επικοινωνία περιορίστηκε σε αντιδράσεις (reactions) και γραπτό λόγο (messenger, viber, whatsapp, instagram, snapchat κ.α.), αφήνοντας τους μια αίσθηση πιο έντονης μοναξιάς και δυσκολεύοντας τη μεταξύ τους επικοινωνία, δίνοντας χώρο σε παρερμηνεύσεις, παρανοήσεις και ασάφεια. «Τι σημαίνει άραγε η καρδιά που μου άφησε κάποιος; είναι απλά πως άρεσε η φωτογραφία μου, αρέσω γενικά; Πόσο εύκολα αλήθεια αφήνουμε μια καρδιά διαδικτυακά χωρίς να το εννοούμε..
Η γενιά αυτή προσπαθεί για ένα καλύτερο ευ ζην, σε ψυχή και σώμα. Ο υγιεινός τρόπος ζωής σε όλες τις εκφάνσεις του είναι κάτι για το οποίο προσπαθεί και την απασχολεί πολύ. Αυτός ο δυναμισμός και η όρεξη τους για ζωή ήρθε και φρέναρε απότομα τα τελευταία χρόνια με τους εγκλεισμούς της πανδημίας, που έκοψαν τη δομημένη καθημερινότητα τους, τις παρέες τους, οδήγησαν σε μια αποκοινωνικοποίηση, η οποία με τη σειρά της τους απομάκρυνε από κάθε είδους αλληλεπίδραση με εγγύτητα. Συχνά αναφέρουν πως νιώθουν πίεση, ακόμη και για να γίνουν διαρκώς καλύτεροι σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων και του ακαδημαϊκού.
Αναλογιζόμενοι αυτή την πληθυσμιακή ομάδα και τα θέματα ψυχικής υγείας που την απασχολούν, θα λέγαμε πως, ενώ εκφράζεται πιο άμεσα, μοιάζει να δυσκολεύεται να δημιουργήσει σχέσεις για όλους τους παραπάνω λόγους, έχει αρκετό άγχος και μελαγχολικές τάσεις, κάνει κατάχρηση του διαδικτύου και φαίνεται να βιώνει έλλειψη ενδιαφέροντος, κινήτρων και ματαίωσης.
Αξίζει να αναφέρουμε πως είναι η πρώτη γενιά που δεν διστάζει να ζητήσει εύκολα βοήθεια από ψυχολόγο, φαίνεται αρκετά υπεύθυνη να βουτήξει βαθιά και να μιλήσει για τα θέματα που την απασχολούν, κάτι που άλλες γενιές δε τολμούσαν να παραδεχτούν και δεν κρύβει την ευαλωτότητα που ίσως τη διακατέχει. Ωστόσο δεν δεσμεύεται πάντα σε μια ψυχοθεραπευτική σχέση που θα μπορούσε να τη βοηθήσει, προσπαθεί να αναζητήσει λύσεις στο διαδίκτυο, κάτι που της είναι πολύ οικείο, που μπορεί όμως να προβεί επικίνδυνο μιας και οποιοδήποτε στις μέρες μας παρουσιάζεται ως ειδικός σε θέματα ψυχικής υγείας.
Ελένη Περράκη
Ψυχολόγος – Συστημική Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια
Μέρος του άρθρου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Parallaxi










