Οι λόγοι για τους οποίους τα παιδιά γίνονται βίαια είναι πολλοί και ανάλογα με τις διαφορετικές σχολές σκέψης πηγάζουν από ποικίλες αιτίες. Σύμφωνα με τους ψυχαναλυτές η βία είναι ένα ένστικτο βαθιά ριζωμένο μέσα στον άνθρωπο από τη γέννηση του. Η επιθετική ενέργεια παράγεται και συσσωρεύεται και στη συνέχεια εκτονώνεται με επιθετικές πράξεις και συμπεριφορές. Καθώς μεγαλώνουμε μαθαίνουμε να τη διαχειριζόμαστε και να την ‘τιθασεύουμε’ και να τη διοχετεύουμε με άλλους τρόπους. Οι θεωρητικοί της συμπεριφοριστικής από την άλλη υποστηρίζουν πως είναι μια μαθημένη συμπεριφορά, δηλαδή, πως μέσω της ανατροφής, τους έμαθαν πως ο κώδικας επικοινωνίας όταν διεκδικούμε κάτι, όταν θέλουμε να πείσουμε για κάτι είναι η επιθετική συμπεριφορά.
Στην πράξη παρατηρούμε πως κάποιες φορές τα παιδιά καταλήγουν στη βία γιατί νιώθουν πολύ θυμωμένα γιατί ίσως ζουν σε ένα απαγορευτικό και τιμωρητικό περιβάλλον. Άλλες φορές παρατηρούμε πως ένα παιδί φέρεται βίαια για να αποκτήσει υπόσταση, για να νιώσει αρχηγός, για να είναι στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Μάλιστα συχνά οι θύτες είναι πρώην θύματα που εκτονώνουν τη βία που δέχτηκαν για να μπορέσουν να την επεξεργαστούν μέσα τους αντιληπτικά και συναισθηματικά, να νιώσουν ισορροπημένα και να μπορέσουν να προχωρήσουν παρακάτω. Συχνά έχουν την ανάγκη να κυριαρχήσουν και να έχουν τον έλεγχο και χρησιμοποιούν τη βία ως μέσο διαχείρισης των προβλημάτων τους, ή αποζητούν τα βλέμματα και την επιβολή σε μια ομάδα για να νιώσουν επιβεβαίωση.
Άρα είναι πολλές οι πηγές από τις οποίες ένα παιδί μπορεί να ξεκινήσει να λειτουργεί βίαια. Και επίσης είναι πολλές οι πηγές που μπορεί να δημιουργήσουν ένα παιδί που θα είναι θύμα βίας χωρίς να προστατεύεται, όπως ότι συχνά είναι τα υπερπροστατευμένα παιδιά. Τα θύματα είναι συχνά πιο παθητικά ή υποτακτικά άτομα τα οποία εκπέμπουν άγχος, ανασφάλεια, αδυναμία, ή μπορεί να έχουν κάποιο χαρακτηριστικό διαφορετικότητας το οποίο τα κάνει να ξεχωρίζουν. Είναι συνήθως πιο ήσυχα, ευαίσθητα και εσωστρεφή άτομα με λίγους φίλους (αδύναμο υποστηρικτικό περιβάλλον).
Στο σχολείο τα παιδιά ήταν πάντα σκληρά μεταξύ τους με πράξεις βίας που παίρνουν διαφορετικές μορφές ( λεκτική, σωματική, ψυχολογική -τον εκφοβισμό, τις απειλές, τους εκβιασμούς), με άμεσο και έμμεσο παθητικοεπιθετικό τρόπο ή μέσω διαδικτύου. Η βία αυτή αγγίζει και τις δυο πλευρές και του θύτη και του θύματος και αξίζει να αναρωτηθούμε και για τα δυο παιδιά, τι ανάγκες έχει κάποιο παιδί και φέρεται έτσι και τι ανάγκες έχει το άλλο και ανέχεται αυτή τη βία. Είναι γεγονός πάντως πως το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια τάση να δημιουργούνται οργανωμένες ομάδες παιδιών που επιτίθενται σε άλλα παιδιά, σαν αποτέλεσμα μιας αποκοινωνικοποίησης των παιδιών τα δυο χρόνια της καραντίνας, που έχασαν τη δομημένη καθημερινότητα τους, που έχασαν το δίκτυο τους, τις παρέες εκτός σχολείου, που δεν επικοινωνούν σωστά, δεν έχουν τρόπους να διαχειριστούν δυσκολίες, ούτε να εκφράσουν τα συναισθήματα τους.
Συνήθως υπάρχουν προειδοποιητικά φαινόμενα εκδήλωσης μορφών επιθετικότητας στο σχολείο, όπως η έκφραση συχνής βίας, ο ανεξέλεγκτος θυμός, οι παρορμητικοί τσακωμοί που κλιμακώνονται, η σοβαρή λεκτική απειλή με βία και κατοχή επικίνδυνων αντικειμένων, η κοινωνική απομόνωση ως απάντηση στην απόρριψη από συνομηλίκους και άλλα. Αξίζει ωστόσο να αναφέρουμε πως είναι εύλογη απορία πως συμβαίνει συχνά οι εκπαιδευτικοί να μαθαίνουν τελευταίοι για κάτι που λαμβάνει χώρα στο σχολικό χώρο.
Τέλος, στο επίπεδο του σχολείου και της κοινωνίας, δε διευκολύνει η γενικότερη έξαρση βίας, το καθεστώς της ατιμωρησίας, της ανύπαρκτης συνέπειας που υπάρχει γύρω και προβάλλεται κατά κόρον στα ΜΜΕ και η απουσία ουσιαστικών σχέσεων.
Ελένη Περράκη
Ψυχολόγος – Συστημική Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια
Μέρος του άρθρου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Parallaxi σε δύο άρθρα εδώ και εδώ










